ιδιωτικός


ιδιωτικός
[идиотикос] εκ. частный, личный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ιδιωτικός" в других словарях:

  • ιδιωτικός — ή, ό (ΑΜ ιδιωτικός, ή, όν) [ιδιώτης] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε ιδιώτη (α. «ιδιωτικά δάνεια» δάνεια που δόθηκαν από ιδιώτη και όχι από το δημόσιο» β. «ιδιωτικό σχολείο» γ. «εἰς πύργον μέγαν... ἰδιωτικόν», Ηρόδ.) νεοελλ. φρ. 1. «ιδιωτικά… …   Dictionary of Greek

  • ἰδιωτικός — ἰ̱διωτικός , ἰδιωτίζω pronounce in the local manner perf part act neut nom/voc/acc sg ἰδιωτικός of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ιδιωτικός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που ανήκει σε ιδιώτη, που δεν έχει δημόσιο ή επίσημο χαρακτήρα: Ιδιωτικό σχολείο. – Ιδιωτική εκπαίδευση. – Ιδιωτικό έγγραφο. 2. ατομικός: Ιδιωτική υπόθεση. – Ιδιωτική πρωτοβουλία. 3. (νομ.), «ιδιωτικό δίκαιο», αυτό που… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἰδιωτικά — ἰδιωτικός of neut nom/voc/acc pl ἰδιωτικά̱ , ἰδιωτικός of fem nom/voc/acc dual ἰδιωτικά̱ , ἰδιωτικός of fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδιωτικώτερον — ἰδιωτικός of adverbial comp ἰδιωτικός of masc acc comp sg ἰδιωτικός of neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδιωτικωτέρων — ἰδιωτικός of fem gen comp pl ἰδιωτικός of masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδιωτικῶν — ἰδιωτικός of fem gen pl ἰδιωτικός of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδιωτικόν — ἰδιωτικός of masc acc sg ἰδιωτικός of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδιωτικώτατα — ἰδιωτικός of adverbial superl ἰδιωτικός of neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰδιωτικώτατον — ἰδιωτικός of masc acc superl sg ἰδιωτικός of neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)